Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Ο Έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα



Έρωτας της ποίησης, Έρωτας του μύθου. Γλυκύπικρο, τον λέει η Σαπφώ, λυσιμελή ο Ησίοδος στην αρχή της κοσμογονίας του. Δημιουργός για τους Ορφικούς, φτερωτός πάρεδρος της Αφροδίτης για τους Ολύμπιους.
Κι ο έρωτας ως βίωμα; Πως μεταφράζεται η δύναμη κι η πρωτοκαθεδρία του στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων; Από τις περιγραφές της σεξουαλικής τους ζωής που οι ίδιοι μας δίνουν, συνάγεται ότι, με την ποικιλομορφία του, ο Έρωτας στηρίζει το πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων.
Όσο παράδοξο και αν φαίνεται σ‘εμάς, ο περίφημος «ελληνικός έρως», που αξιοποιεί τη διφορούμενη εφηβική σεξουαλικότητα, πρέπει να νοηθεί ως προπαιδευτικός τόσο της εξέλιξης του ερωτικού συναισθήματος στη «φυσιολογική»σχέση του γάμου, όσο και στη διάπλαση μελλοντικών πολιτών και στην αναπαραγωγή της πόλης. Ο άντρας της κλασικής εποχής έχει τη δυνατότητα να εκδηλώσει τη σεξουαλικότητά του με διάφορες μορφές που μπορεί και να συνυπάρχουν. Η απλή ικανοποίηση του ενστίκτου θεωρείται παρέκκλιση που εικονογραφείται από υπάνθρωπους σατύρους. Σχεδόν πάντα ο Έρωτας είναι παρών. Ποικίλλει μόνον η κοινωνική σχέση που απορρέει απ‘αυτούς τους διάφορους τρόπους έκφρασης της σεξουαλικότητας.
Ήδη από τα επτά τους χρόνια, τα αγόρια αναπτύσσουν τη σεξουαλική τους ζωή στο γυμνάσιο και ειδικότερα στην παλαίστρα. Οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις που δημιουργούνται είναι ασύμμετρες, στα όρια της παιδεραστίας: μεγαλύτερος σε ηλικία, ο εραστής γοητεύεται από το κάλλος του ερωμένου, στον οποίο εκείνος προσφέρει ένα πρότυπο ανδρείας, αρετής και γνώσης. Εἷς ἔρως γνήσιος, ὁ παιδικός ἐστιν, διακήρυσσαν οι Αθηναίοι ρήτορες. Στις σχέσεις που συνάπτονται, πρώτα στα γυμνάσια, κατόπιν στα συμπόσια, ομοφυλοφιλική και παιδευτική σχέση είναι αξεδιάλυτες. Ο όρος παιδεραστία περιέχει τις δύο έννοιες παις (=παιδί) και έράν (καθοδηγώ, διαπαιδαγωγώ). Ενώ ο όρος "παις" σημαίνει γενικά είτε το αρσενικό είτε το θηλυκό παιδί, εντούτοις, στην περίπτωση αυτή αναφέρεται μόνο στο αγόρι και συγκεκριμένα σ' εκείνο που βρίσκονταν προς το τέλος της εφηβείας.
Ο σύνδεσμος αυτός, ήταν μια ιδιαίτερη μορφή "ερώμενης" συμπεριφοράς, στην οποία κύριος στόχος ήταν η διαπαιδαγώγηση του εφήβου από τον ενήλικο άνδρα που όφειλε να διδάσκει το αγαπημένο του αγόρι πρότυπα συμπεριφοράς και να του δίνει μέτρα αξιών για τη ζωή του. Καθώς η αγωγή σε πολλές περιπτώσεις δεν δινόταν από δημόσια σχολεία αλλά βρισκόταν στα χέρια των ιδιωτών, στο πλαίσιο αυτό ο εραστής, όφειλε να παιδαγωγεί τον νεαρό ώστε να γίνει όμορφος και καλός άνθρωπος (καλοκαγαθία), ένα πρότυπο αρετής που περιελάμβανε σωματική ομορφιά, ηθική ανεπίληψία και μόρφωση. Ως προς το παιδαγωγικό σκοπό της παιδεραστίας, τα κείμενα της ελληνικής γραμματείας δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία.


Το ίδιο ισχύει και για τα κορίτσια, τουλάχιστον στην αρχαϊκή εποχή, στο πλαίσιο όμως χορικών ομάδων που χορεύουν και τραγουδούν σε μυητικές τελετουργίες.
Για τη γυναίκα το πέρασμα στην ωριμότητα γίνεται μέσα από τη «διαβατήρια τελετή» του γάμου που μετατρέπει τις ερωτικές σχέσεις σε κοινωνικές.
Η Χρυσηίδα και η Βρισηίδα της Ιλιάδας είναι οι μυθικές πρόγονοι των ανώνυμων παλλακίδων που, στην κλασική Αθήνα, αποτελούν κοινωνική πραγματικότητα. Γυναίκα ελεύθερη, η παλλακίδα γεννά παιδιά που έχουν δικαιώματα ίσα μ‘εκείνα των νόμιμων τέκνων. Η Παλλακεία, ήταν θεσμός που ίσχυε παράλληλα με τον γάμο, και που σήμαινε τη χωρίς γάμο συμβίωση άνδρα και γυναίκας.
Για τις ελεύθερες γυναίκες, αντίθετα από τους άνδρες, η σεξουαλική επικοινωνία επιτρεπόταν αποκλειστικά μόνο μέσα στο γάμο. Η παλλακεία αν και δεν ήταν νομιμοποιημένος γάμος πολιτών, εν τούτοις είχε de facto νομιμοποίηση και σε μερικά σημεία αντιμετωπίζονταν από τη νομοθεσία σαν νόμιμος γάμος. Νομικά, μόνο η σύζυγος έπαιρνε την κοινωνική θέση του άνδρα, αλλά η παλλακίδα είχε από τον νόμο την ίδια προστασία με τη σύζυγο σε περιπτώσεις προσβλητικής συμπεριφοράς προς το πρόσωπό της.

Είναι όμως αλήθεια πως η σχέση της παλλακίδας αντιμετωπιζόταν ως κατώτερου βαθμού συγκριτικά με τον κύριο γάμο, και τα παιδιά της είχαν ανάλογη αντιμετώπιση, με λιγότερα δικαιώματα από τα παιδιά της νόμιμης συζύγου. Σίγουρα αυτό σχετιζόταν και με την καταγωγή των γυναικών, καθώς το στοιχείο που θα όριζε αν μια κοπέλα είχε περισσότερες πιθανότητες να γίνει νόμιμη σύζυγος ή παλλακίδα, ήταν η προίκα, καθώς στην Αθήνα, σπάνια μια κοπέλα γινόταν νόμιμη σύζυγος χωρίς αυτήν. Έτσι εξάγεται το συμπέρασμα πως οι παλλακίδες θα πρέπει να ήταν φτωχά κορίτσια αττικών οικογενειών. 
Δούλες, κατά κανόνα, οι πόρνες (από το πέρνημι, πουλάω) αποκτούν όλο και σημαντικότερο ρόλο στις πόλεις που ο πληθυσμός τους μεγαλώνει, χωρίς όμως να απαλλάσσονται από την ξεκάθαρα προσβλητική χροιά, ενυφασμένη στ’όνομά τους.
Ξεχωριστή περίπτωση συνιστούν οι εταίρες. Αυλητρίδες ή χορεύτριες, παρούσες στα συμπόσια των ανδρών, νοικιάζουν τις χάρες τους μόνο για λίγο. Οι χάρες τους όμως, και κάποτε η καλλιέργειά τους, ενδέχεται να είναι τέτοιες που να φέρουν στο παιχνίδι τον Έρωτα, όπως στην περίπτωση της Ασπασίας και του Περικλή.
Στην Αθήνα, η γνωστότερη συνοικία με πλήθος πορνείων ήταν ο Κεραμεικός, χώρος εργασίας των αγγειοπλαστών και συνοικία με αρκετή κίνηση. Όλοι εκείνοι που τα πενιχρά τους μέσα δεν τους επέτρεπαν να χαρούν στο σπίτι τους, όπως οι πλουσιότεροι, εταίρες πολυτελείας, οδηγούνται στη συνοικία του Κεραμεικού για να αναζητήσουν την ερωτική διασκέδαση.







0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...